-αΐτης


-αΐτης
Γλωσσ.
παραγωγική κατάληξη ονομάτων που δηλώνουν τοπική προέλευση ή παρωνύμιο. Σχηματίστηκε αρχικά σε μεταγεν. εθνικά και παρώνυμα ονόματα που είχαν στο θέμα τους αι: Αθήναι > Αθηναι-ίτης > Αθηνα-ΐτης, σπήλαιον > σπηλαι-ίτης > σπηλα-ΐτης (πρβλ. παλαιότ. Αθήναι > Αθηναι-ικός > Αθηνα-ΐκός κ.λπ.). Αργότερα κατά το νέο πια πρότυπο Αθήνα-Αθηναΐτης σχηματίστηκαν σε -αΐτης παράγωγα από πρωτόδετα ονόματα σε -α: Σινά-Σιναΐτης, Στούρα-Στουραΐτης, χώρα-χωραΐτης, έπειτα δε και από ονόματα που έληγαν σε άλλες καταλήξεις: Μορέας-Μοραΐτης, αμπέλι-αμπελαΐτης, Βούνοι-Βουναΐτης κ.ά.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.